Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από 2006

Λένα Λιβανού: "Ακούσματα"

Ποιος νανουρίζει την ελπίδα
στους ήχους του παλιού βιολιού
της προδομένης σκέψης;

Μήπως ο άνεμος
που κλέβει ατιμώρητα
τα λόγια των αγγέλων
και φτιάχνει ξόρκια
για να δέσει
την ανυπότακτη χαρά;

Μήπως το νερό
που ταξιδεύει αδιάκοπα
το τώρα και το πάντα,
στο μακρινό προορισμό
του άγνωστου πουθενά,
για να επιστρέψει κάποτε
στη νερομάνα αγάπη;

Μήπως η λυγερή φωτιά
που άθελά της θρέφει
το πεινασμένο πάθος,
ταΐζοντάς το σιγουριά
κι ακόρεστη μανία,
ώστε να παίρνει βίαια
τ’ άδικο μερτικό του;

Κανένα,
ή ίσως όλα αυτά
κι ακόμα άλλο ένα:
η συμφωνία της ζωής
μ’ αστείρευτη αρμονία
κι αξόδευτη υπομονή
να διορθώνει λάθη
στις ατελείς συνθέσεις των ανθρώπων…

Δημήτρης Π. Κρανιώτης: "Νοητή Γραμμή"

Καπνοί
από τσιγάρα
και κούπες
γεμάτες καφέ,
δίπλα
στη νοητή γραμμή,
που η δίνη
των λέξεων
ακουμπά
και γνέφει
τραυματισμένη
τη σιωπή μου.

Βιβή Κάραλη: "Ερωτικό"

Τις ώρες που σε θέλω,
τις ώρες που σ' αναζητώ,
σε χάνω, δεν σε βρίσκω
και μένω στο κενό.

Μου λες πως μ' αγαπάς,
μακριά μου δεν μπορείς,
για μένα υποφέρεις,
για μένα μόνο ζεις.

Στην αγκαλιά σου μέσα
απόψε να βρεθώ,
να σου χαρίσω μάτια μου
τ' όνειρο το πιο αληθινό!

Για σένα και για μένα
τα λόγια είναι περιττά,
η αγάπη μας ενώνει
σαν γέλιο, σαν τραγούδι,
σαν μια γλυκιά διπλοπενιά.

Δημήτρης Π. Κρανιώτης: "Την Έλεγαν Τρελή"

Αγαπούσε
τα λουλούδια, τα δέντρα.
Φιλούσε
τις παπαρούνες, τους κρίνους.
Έπαιζε
με τα ζώα, σαν τα παιδιά.
Λάτρευε
τους ανθρώπους, τα πουλιά.
Θυσιαζόταν
για τη ζωή, για την αγάπη.
Την έλεγαν τρελή!
Άραγε γιατί;

Έλενα Ψαραλίδου: "Έκθεσις"

Πουλιά οι ψυχές μας
Σε δέντρα που έγδυσαν χειμώνες

Έκθετες οι φωλιές μας
Σε μάτια πεινασμένα

Τα μυστικά μας θαύματα
Από τους τυμβωρύχους συλλημένα

Στην ερημιά λιμνάζει η σελήνη
Οι λέξεις στραγγίζουν λογική

Μια λάμψη σπαρταρά
Εκεί που χάθηκε η μουσική

Κική Δημουλά: "Αυτοσυντήρηση"

Θα πρέπει να ήταν άνοιξη
γιατί η μνήμη αυτή
υπερπηδώντας παπαρούνες έρχεται.
Εκτός εάν η νοσταλγία
από πολύ βιασύνη,
παραγνώρισ' ενθυμούμενο.
Μοιάζουνε τόσο μεταξύ τους όλα
όταν τα πάρει ο χαμός.
Αλλά μπορεί να'ναι ξένο αυτό το φόντο,
να'ναι παπαρούνες δανεισμένες
από μιάν άλλην ιστορία,
δική μου ή ξένη.
Τα κάνει κάτι τέτοια η αναπόληση.
Από φιλοκαλία κι έπαρση.

Όμως θα πρέπει να 'ταν άνοιξη
γιατί και μέλισσες βλέπω
να πετουν γύρω απ' αυτή τη μνήμη,
με περιπάθεια και πίστη
να συνωστίζονται στον καλύκά της.
Εκτός αν είναι ο οργασμός
νόμος του παρελθόντος,
μηχανισμός του ανεπανάληπτου.
Αν μένει πάντα κάποια γύρις
στα τελειωμένα πράγματα
για την επικονίαση
της εμπειρίας, της λύπης
και της ποίησης.

Δημήτρης Π. Κρανιώτης: "Σας Mιλώ"

Σας μιλώ,
μην αδιαφορείτε.
Αυτή η στιγμή,
για μένα
είναι σημαντική.
Είμαι ευτυχισμένος.
Αυτά είπα
κι όλοι λυπήθηκαν.
Έφυγαν
με σκυμμένο κεφάλι.

Κώστας Δουρίδας: "O 'Υμνος Tου Mετανάστη"

Ξεκίνησες με μια βαλίτσα..
Σήκωσες την Ελλάδα στον ώμο σου
ωσάν το Διγενή και την σεργιάνισες στις πέντε Ηπείρους!

Κράτησες και κρατάς με υπερηφάνεια την ελληνική παράδοση
και την ωραία σου καταγωγή!

Γιε του Λαέρτη, σε κάθε γωνιά της γης έκτισες την Ιθάκη σου!
Και οι άνθρωποι -άσπροι, μαύροι και κίτρινοι-
στέκουν στην άκρη σιωπηλοί, γιομάτοι δέος
για να περάσει η γαλανόλευκη!
κρατημένη ψηλά στ' αντρίκειο σου χέρι,
καθώς περνάς στις παρελάσεις,
καβάλα στο άλογο του Θοδωρή Κολοκοτρώνη!

Ωραίε μου φουστανελά!
Αληθινέ κι' αγνέ μου
'Ελληνα της Διασποράς!!

Ιωάννα Π. Κρανιώτη: "...Κι Ας Πουν Οι Άλλοι"

...Κι Ας Πουν Οι Άλλοι

Πάνω που χάραζε η αυγή
έτρεξα μες στα λόγια
που φάνηκαν χθες αργά
στη σκέψη τη φευγάτη
και μου 'λεγαν
πως σαν θα 'ρθει
η λέξη ως τα χείλια
θα 'ρθουν και τα συνθήματα
που σώπαιναν τις νύχτες
και θα φωνάξουν με οργή
μες στην υγρή αρμύρα
... κι ας πουν οι άλλοι
οι πολλοί...

Γιώτα Στρατή: "Ήλιε, Περπατητή"

Προσπάθησα να πλέξω τις ακτίνες σου.
Ήλιε, Περπατητή, σε χαλινάρι,
να κλείσω σ' ασπροκέφαλο τη θέρμη σου
- φιλί σε πρωτολούλουδο θυμάρι...

...Του αηδονιού τις τρίλιες δεν κατάφερα
ήχους να τους κρατήσω...
όσο ζούσα
...να δέσω τη ζωή αντάμα στ' όνειρο...
μια Χίμαιρα να φτάσω, κυνηγούσα.

Κώστας Χρυσός: "Είναι;"

Είναι το κενό μεταξύ
κάθε αποκορυφώματος του μυαλού μου
και η σιωπή μεταξύ
κάθε χτύπου της καρδιάς μου
βαρυφορτωμένα με πραγματικότητα
που πισθάγκωνα δένουν το πάθος μου
και με κάνουν να αργοπορώ σε όνειρα
παίρνοντας ελεημοσύνη από τη φαντασία.

Σωτήρης Παστάκας: "Οι Κύκλωπες"

Ας ανοίξει, λοιπόν, η πέτρα,
ο βράχος ας γευθεί την οσμή του,
ο αέρας ας μοιράσει ακριβοδίκαια
το μερτικό του στον καθένα μας.
Με βήμα γοργό ας αναρριχηθούμε
στην ύστατη κορυφή, του αετού
η φωλιά ας γίνει ορμητήριο και κρυψώνας.

Από περιορισμένα ύψη, βουνοκορφές
εικονικές και όρη διψασμένα,
ας δώσει ο καθένας το στίγμα του,
με απλά σεντόνια του καπνού,
μπαρουτοκαπνισμένα. Ας λογαριάσει,
μόνος του, το ύψος του ο καθένας
και τον ορίζοντα που του αντιστοιχεί,
ας καθορίσει τον φρουρό, το σύνθημα,
το παρασύνθημα κι ας αναγγείλει
Αυτόν που όλοι μας περιμένουμε,
τον πολυπόθητο Κανένα.

Μιχαήλ Μήτρας: "Δεδομένα Μελλοντικού Ποιήματος"

1. Σερβίρισμα τσαγιού
2. Θαλάσσια κύματα
3. Ανήσυχος ύπνος
4. Θρόισμα φύλλων
5. Ακροβάτες σε τσίρκο
6. Ταχυδρομική θυρίδα
7. Άσπρο άλογο καλπάζοντας
8. Ξαφνική βροχή τον Ιούλιο
9. Χτυπάει το τηλέφωνο
10. Μουσική του Βιβάλντι
11. Γυναίκα βάφει τα χείλη της
12. Φρούτα σε ψυγείο
13. Γραφείο απολεσθέντων αντικειμένων
14. Θυμωμένες φωνές
15. Βιτρίνα ειδών φωτισμού
16. Κόκκινο κρασί
17. Fata morgana
18. Επιγραφή "ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ"
19. Πολεμικά επίκαιρα
20. Κάτι παράξενο
21. Τώρα, είπε
22.
23.

Νατάσα Χατζιδάκι: "Η Κλεψύδρα Του Κόσμου"

Από τα καταφύγια.
Τις χαράδρες των εναγκαλισμών.
Των βλεμμάτων άνθη του κενού.
Άνεμος ευπατρίδης έρχεται
Και ιοβόλο νεύμα.

Την ιστορία αυτή την ξέρουν όλοι.
Κι εγώ μόλις την βλέπω τώρα
- αντίληψις ισοσθενής.
Έτσι καθώς το απάγκιασμα του υπαρκτού
- αλλοφανής αστέρας - την νανουρίζει.
Πίσω από τους ώμους της θέας.
Και του αλγοειδούς περισπασμού.
Μια άλλη, πρώτη προβάλλει.

Σιωπηλή. Επανατάκτις.
Με τα μάτια στραμμένα μακριά.
Μια ιστορία κοσύμβη.
Χωρίς καμιά αφήγηση να την καταργεί.
Άγνωστη εις τριπλούν.
Απρόσκοπτη από την γνώση.
Την παρέπαρση του ματιού.
Και την κατάχρηση εξουσίας του τοπίου.

Δημήτρης Λυάκος: "II"

Άλια καταδίκη δεσμά από θρύψαλα λυγμών
κάτω απ’ τα ραγισμένα βλέφαρα στεγνού κρατήρα
αόρατη βορά -
τυμβωρυχίες ερώτων, λιτανείες στις ετοιμόρροπες
αισθήσεις, εξαρθρωμένες μελωδίες, λάβα
αποκεφαλισμένων ποταμών
λεπίδες των κυμάτων βαθιά στο παραπέτασμα·
ανάπτυξη κλεψύδρας, επιδημία
άκρατες οπτασίες ηρώων λυγισμένων
στις μεθυσμένες φλέβες του φωτός
η καταιγίδα που χειμάζει στα έλκη
ο φυλλοβόλος νόστος
ενός τεμαχισμένου σώματος την άνοιξη

Λάρρυ Κουλ: "Στο Καφέ Που Συχνάζω"

Ξαφνικά τα πράγματα χάνουν το νόημά τους
Μη έχοντα λόγο ύπαρξης
Φλιτζάνια τραπέζια νομίσματα σβήνουν
Εξαφανίζονται με τρομώδεις αναλαμπές.

Επικρατεί πανικός
-"Μη κουνηθεί κανείς!"
φωνάζει η ωραία σερβιτόρος
"Πρώτα θα λύσετε το αίνιγμα του κόσμου"

Και βγάζοντας το στενό της φόρεμα
Αποκαλύπτεται μια ανθισμένη κερασιά.
Δια μιας το νόημα ανθίζει στα κεφάλια μας:
Ο κόσμος και τα πράγματα
Είναι τα άνθη του κενού
Οι λέξεις, ξετρελαμένα έντομα.

Επιστρέφοντας σπίτι
Μασώ ζουμερή νύχτα και φτύνω άστρα.

Παναγιώτα Χριστοπούλου-Ζαλώνη: "Το Tραγούδι Λειψό"

Αγαπώ την μοναξιά,
την επιζητώ…
Συναθροίζομαι με τις μνήμες
και τα όνειρά μου.
Αποκληρώνομαι από τα γήινα,
γιατί τρανέψανε οι Πυράκανθοι
κι έγινε δύσβατη η γη !
Ζω με τα κρεμ μου τριαντάφυλλα.
- Γεμάτη η αγκαλιά μου. -
Την σιωπή μου περιφράζω
με των στίχων μου την αρμονία.
Το κεφάλι μου δεν σκύβω
και κρατιέμαι στο παρόν.
Αποδέχομαι τον πόνο…
Στις παλάμες μου κρατώ
από την σάρκα σας αχλύ
και τραγουδώ
με τραγούδι λειψό
απ’ αέρα και χρώμα.

Μαρίνα Ροδιά: "Εντός Συνόρων"

...Βρέθηκε στα σύνορα.
Το σκοτάδι αναδείκνυε
το φως μιάς παράγκας
στου ορίζοντα το βάθος.
Αυτό το φως του έδινε δύναμη
να συνεχίσει την πορεία του
προς την ελευθερία.
Για μια στιγμή
το σώμα του ακινητοποιήθηκε.
Κρύφτηκε φοβισμένος.
Το δέρμα του ανατρίχιασε.
Σε λίγο θα ήταν ελεύθερος.
Με τίποτα δεν ανταλλάσσεται
η αίσθηση της ελευθερίας.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή
η σφαίρα βρήκε στόχο.
Το δέρμα του ηρέμησε.
Πέταξε ελεύθερος
αφήνοντας το σώμα του
εντός συνόρων.

Δημήτρης Π. Κρανιώτης: "Λόγχες Που Πληγώνουν"

Η νύχτα με γέλασε
σαν θέλησα τ’ άστρα να κλέψω.
Κι απλώθηκε η ελπίδα
της δύναμης, της αίσθησης,
η απειλή της νίκης.
Και πάλεψα με όνειρα,
κυνηγώντας εφιάλτες
του μεσημεριού,
κυνηγώντας λόγια της χαράς
που γίνηκαν λόγχες.
Δεν θέλησα να πω
πως αντίκρισα το τέλος,
πως ξέχασα το χαμόγελο
μιας νέας αρχής.
Πληγές που δεν νιώθω
το πόσο πονούν,
κοιτώ να γεμίζουν
εμένα, εσένα.
Κι η αλήθεια της κίνησης,
η αλήθεια του φρένου,
δεν γέλασε σαν έψαλα
τη φράση ενός ύμνου.
Μιλιά, ησυχία
και σίγουρες νότες
που γίνηκαν λόγχες,
που μ’ έπνιξαν σε δάση
με λίμνες του ανέμου,
που γύρισαν μια λέξη
σαν δείκτη ρολογιού
πίσω στο χρόνο.
Ναι, η λύση με θαμπώνει
κι ελπίζω στο αδιέξοδο.
Ναι, η θύμηση με λιώνει
και νιώθω την ανάσα μου
να καίει, να με παγώνει,
λόγχη γεμάτη δάκρυα,
λόγχη γεμάτη θάρρος.
Δεν γέρασα κι ας θέλησα
να πιω το γέλιο,
δεν γέλασα ανώφελα
στην κορφή της ζήσης,
σαν μου ’παν πως δεν έφταιγα
για τ’ αύριο του τώρα.
Κι απλώθηκε η ένταση
του άγχους, της θυσίας.
Και μίσησα τις υπερβολές,
τα λάθη, τις υ…

Λεμονιά Μούρκα: "Καρτ-Ποστάλ"

Απόψε οι θύμησες γλιστρήσαν
σε γαλανά νερά απόδρασης
κάθε παλιού μου κόσμου
Και ντύθηκα ολόλευκη
υπόσχεση
ημέρας φωτεινής κι ερωτευμένης
νύχτας αραχνοϋφαντης, κρυφής
ανείπωτων φιλιών κλεφτρόνι
ερασιτέχνης συγγενής
ανύποπτων ελπίδων..
Κόρη με ξαναμμένα μάγουλα
- βαθύ έρωτα σημάδι-
με μάτια κλειστά,
χαμογελά,
το όνειρο ατενίζει
μες σ' αγκαλιά ερωτική
αγαπημένο απάγκιο

Στιγμή θεών
θνητών ερώτων θαύμα..
Απόψε.. αγαπημένο καρτ - ποστάλ
γλυκιάς γεύσης πελάγους..

Νίκος Μόσχοβος: "Δεν Θέλω"

Δεν θέλω να με σέρνουν
σαν πρόβατο στη σφαγή.
Δεν θέλω να βλέπω
τα κλειστά κρεματόρια κάθε αυγή.
Δεν θέλω να σκέπτομαι
τον τρόπο που με σκοτώνει.
Δεν θέλω άλλος για μένα
ν' αποφασίζει.
Δεν θέλω… δεν θέλω
να είμαι τόσο χαμηλά
κοινωνικός.
Δεν θέλω να με ποδοπατούν.
Μισώ αυτό που θέλουν
να γίνω.

Ελευθερία Αναγνωστάκη-Τζαβάρα: "Πανδώρα"

Ανθη μέσα στ’ όνομά σου και δώρα
Παν δώρα.
Κόρη ολόγυμνη,
με το χαμόγελο του φύλου σου
αφημένο στις ιδρωμένες
θερινές αμαρτίες
της παραλίας των βότσαλων...

Παρά θίν’ αλός πολυφλοίσβιο θαλάσσης,
έμαθες τις κινήσεις του έρωτα
και τα φιλιά,
με τα μαλλιά σου απλωμένα στα κύματα.

Τα μάτια σου, λαβύρινθοι φωτός,
στο δέρμα σου οι ανάσες γυμνών εφήβων
κι η καρδιά σου ταξιδεμένο όνειρο.

Εκεί στη μικρούλα θάλασσα
που καψάλισε το άταχτο καλοκαίρι,
τα χείλια σου μίλαγαν στους ανέμους
κι είχες το λαιμό σου κοσμημένο
με του έρωτα τις λαβωματιές .
Σαν στολιστείς ξανά τη θηλυκή σου γύμνια,
αργά τη νύχτα
που κατεβαίνει νωχελικά το φεγγάρι
στις στρογγυλάδες του κορμιού,
θυμήσου να μου φυλάξεις στα δώρα,
Παν δώρα,
ένα μικρό κομμάτι ερωτικού άρτου.

Χριστίνα Τσαρδίκος: "Μόνη μου"

Έκλεισα απότομα τις πόρτες
και αμέσως έσβησαν τα ψεύτικα είδωλα
που είχαν μαζευτεί τριγύρω μου
και με κολάκευαν όλη μέρα.
Σώπασαν οι φωνές και τα κούφια γέλια.
Εξαφανίσθηκαν τα παλαμάκια,
«τα εύγε» τις ανθρώπινης υποκρισίας

Έλυσα τα μαλλιά μου,
Σκούπισα τα μάτια μου απ΄ τις μπογιές
Ξεθωριασμένες απ’ το κλάμα
Και σφιχτά τράβηξα το κόκκινο κραγιόν
Των χειλιών μου.
Πέταξα από επάνω μου ότι με
Φόρτωνε και στεναχωρούσε.

Σκορπισμένα, πατημένα χάμου,
Μάζεψα τα κομμάτια μου
Και προσπάθησα να στήσω
Την σωριασμένη σπαζοκεφαλιά
Της ζωής μου,
Με λεπτότητα και με αφοσίωση
Για να μην μου περισσέψει κανένα.

Κοίταξα προσεχτικά
Στον γκρίζο καθρέφτη της τραπεζαρίας.
Έδειχνε μια καινούρια γυναίκα
Όχι εμένα.
Το ίδιο πρόσωπο
με άλλο βλέμμα
Το ίδιο χαμόγελο
αλλά ορφανό από χαρά.
Τότε, μόλις τότε κατάλαβα
Ότι είχα μείνει πάλι μόνη μου,
Παρέα με τον εαυτό μου.

Χάρης Βλαβιανός: "Ποίηση"

Κι εγώ την απεχθάνομαι·
ασφαλώς και υπάρχουν
πιο αναγκαία πράγματα στη ζωή
απ' αυτό το ατέρμονο scrabble
με τις ξαφνικές κρίσεις λεκτικής ευφορίας.

Διαβάζοντάς την όμως
με απόλυτη αποστροφή
ανακαλύπτει κανείς
μέσα στις άχρωμες σελίδες της
έναν τόπο προορισμένο για το αυθεντικό:
έναν φανταστικό κήπο
με πραγματικές αλέες
όπου το πτυχωτό φόρεμα της κ. Μουρ
σαρώνει με ρυθμική μεγαλοπρέπεια
τα νεκρά φύλλα των ενδοιασμών μας.

Γιάννης Ν. Μανιάτης: "Ένα Βήμα... Eντός"

Είναι η πλήρωση απόψε που απλώνει,
μέσ' την ψυχή τη μυρωδιά του φρέσκου δυόσμου,
καθώς βυθίζομαι σε πέλαγος εντός μου,
αναζητώντας κάτι που να μην τελειώνει.

Κι είναι ένα πέλαγο που κλείνει στο σκοτάδι,
εκεί που χάνονται οι σκέψεις και ο χρόνος,
μέσα του σβήνει η ζωή αλλά κι ο πόνος
και μαύρος ήλιος βασιλεύει μέσ' το βράδυ.

Είν' ένα πέλαγο σε τόπο μυστηρίου,
όπου τα πάντα καρτερούν το κάλεσμά τους,
να 'ρθούν στο πρόσταγμα του άγνωστου Κυρίου,

καθώς κρατά για όλες τις πόρτες τα κλειδιά τους
και στις σελίδες του ολόλευκου βιβλίου,
δίνει στου αύριο τις μέρες τ' όνομά τους.

Δημήτρης Π. Κρανιώτης: "Μονολεκτικά Eνδύματα"

Κύματα περισπωμένης,
φουρτούνες επιρρημάτων,
ανεμόμυλοι ρημάτων,
κοχύλια αποσιωπητικών,
στο νησί των ποιημάτων
της ψυχής,
του νου,
της σκέψης,
μονολεκτικών ενδυμάτων
που φοράς
για να αντέξεις!