Μάγια Μποντζώρλου: "Ονείρεμα"

Μπαλάντα της νύχτας,
της βροντής
και του σύννεφου,
μπαλάντα του πελαγίσιου αέρα,
σάλεμα φύλλων την ώρα του σούρουπου
γη, ουρανός κι αστέρια.
Σμίξαμε τη νύχτα του χαμού
πάνω στη νοτισμένη γη,
κάτω απ’ την Πούλια.
Χελιδόνια κουρνιάζουν στις μασχάλες σου.
Ο ιδρώτας σου,
δάκρια του φεγγαριού,
χαράζει το κορμί μου.
Τα μάτια σου,
μαύρες λίμνες,
ξεχύθηκαν στο σώμα μου,
το βογκητό σου
ο αχός της παλίρροιας.
Στο στόμα κρατούσες τριαντάφυλλο,
άγγιγμα από φίλντισι,
αφρό της θάλασσας κι ονείρεμα
ηδονή ανάκατη με πελαγίσια αλμύρα
γη, ουρανός κι αστέρια.
Ο γαλαξίας σκίρτησε στο σώμα μου
κοράλλι της θάλασσας
μπαλάντα της χίμαιρας
γη, ουρανός κι αστέρια.
Έρωτας ξεχύθηκε
απ’ τις ρωγμές της νύχτας.
Μας πήρε ο άνεμος την ώρα που σμίγαμε
πάνω στη νοτισμένη γη.
Μη μιλάς άλλο πια,
μόνο αφουγκράσου την παλίρροια
μπαλάντα της χίμαιρας
τραγούδι του άπιαστου
γη, ουρανός κι αστέρια.

Χρήστος Γ. Ζέρβας: "Αμφισβήτηση"

Η πλατεία ήταν γεμάτη
σαν άνοιξη ελπίδας και ζωής.
Τέσσερις στο ρολόι, μια γενιά
περασμένη, ξεχασμένη.
Η νέα ματιά της αμφισβήτησης
φαντάζει κυνήγι θησαυρού
και ο νέος κομφορμισμός
αγγίζει τα όρια της αγάπης.

Γιάννης Χ. Μπαλκουράνος: "Στην Άνοιξη Του Παραδείσου"

Στον Παράδεισο αγνάντεψα την ομορφιά της ζωής.
Της ζωής που δε χρωστά τίποτα σε κανέναν, μόνο της χρωστούν.
Σε Ηλύσια Πεδία αόρατα από ανθρώπινο μάτι η ζωή αναβλύζει
από κρυσταλλοπηγές που δεν έχουν μολυνθεί από ρυπαρές δραστηριότητες,
το καθάριο τους γάργαρο νερό δε σταματά σε φράγματα,
ρέει ανεμπόδιστα προς τη μεγάλη θάλασσα, τη θάλασσα της ευτυχίας.
Μην περιμένεις με τα καθημερινά σου μάτια να την αντικρίσεις,
σου κρύβεται, γιατί είσαι ανάξιος να την κερδίσεις.
Ποτέ σου δε θα την αντικρίσεις κι ας το νιώσεις κάποιες στιγμές ότι είναι κοντά σου
και σου χαϊδεύει τα μαλλιά η δροσερή της αύρα.
Είναι μόνο μια φευγαλέα ψευδαίσθηση.
Είναι που δεν έχεις τα κλειδιά.
Σου τα έχουν κρύψει τότε.
Τότε που δεν κατάλαβες το μεγάλο σου λάθος,
τότε που νόμισες πως ήσουν δυνατός,
ένας γίγαντας που όλα τα μπορεί. Μα έλα που δεν το ήξερες ότι ήσουν νάνος,
ένα μικρό ανθρωπάκι ανήμπορο να εξουσιάσει, ένα αδύναμο νήπιο,
ένα αδέσποτο φύλλο στον απέραντο αιθέρα που σε περιβάλλει.
Αλίμονο, κλαίω για σένα, για σένα που δεν μπόρεσες ποτέ σου να νιώσεις
την αδυναμία σου, την απραξία που έχεις κατακτήσει με την αξία σου.
Κλαίω και οδύρομαι που δεν κατάλαβες ποτέ ότι τα πουλιά πετούν με χάρη,
ενώ εσύ δε δύνασαι να πετάξεις κι ας προσπάθησες
κι ας μάτωσες να τα καταφέρεις.
Μα σε θαύμασα κιόλας, είναι αλήθεια, κάποιες στιγμές,
όταν ένιωσα μέσα από την αγωνία σου να ξεπηδά η ελπίδα.
Τότε ξαναγεννήθηκα από τις στάχτες μου και γέλασα.
Γέλασα και δάκρυσα μαζί.