Δημήτρης Μούχας: "Προς ποιητές"


Έγιναν οι φωνές μας Ένα...
Λόγος πεπερασμένος στ' Απειρο...
Πόνος εκδηλωμένος Άδηλος...
Μέσα απ' τις Σπηλιές των σκέψεων...
ανυπότακτοι εξουσιών-ορέξεων
γλυκών στεναμών και έξεων
καρτέρι στήσαμε, όλα τα τρίξαμε
τρύπες μπαλώσαμε, με σθένος πεισμώσαμε
Ματώνει η Βούληση
Οι πένες ρέουνε
καταρρίπτουν τον Μύθο...

(Σωκράτους Δαιμόνιο)

Τόλης Νικηφόρου: "Φαιά άρκτος"


αιώνες μακριά περιπλανιέται
από τον κόρφο της σπηλιάς
σέρνοντας τα μοναχικά της πέλματα
σε ξερά φύλλα

με γεύση εξαίσια από μέλι
ψηλά κρατώντας το άγριο μαλλιαρό κεφάλι
αναζητάει στα πυκνά φυλλώματα
τους ανεπαίσθητους ιριδισμούς
και τη φωτιά κάποιου κρυμμένου ήλιου

με νύχια φοβερά και δόντια
και γούνα απαλό μετάξι
έρημη κυκλωμένη από ύαινες και λύκους
βραχνή ακούει τη φωνή της
ν’ αντιλαλεί στους βράχους

είναι η φύση της αυτή
αυτός ο δρόμος
αυτά τ’ αστραφτερά της μάτια

(από τη συλλογή "Ο πλοηγός του απείρου", 1986)

Αμαλία Ρούβαλη: "Ύπνος"

Ενώ κοιμόσουν χωρίς σώμα
με τη μυρωδιά σου,
/λινά τα σεντόνια
στο χρώμα του λίνου/
μπήκα και σου άφησα
ένα παράθυρο ανοιχτό/
στη νύχτα.
Κανονικό, ξύλινο
σαν τα παλιά
φρεσκολουσμένο στην ασπράδα
Ενώ χανόσουν χωρίς σώμα
στο τρίστρατο
Μορφέα/Άδη/Θεού
παρατηρούσα τα όνειρά σου
να σφύζουνε πολύχρωμα
σαν αίμα σε λουλούδια.
Ενώ κειτόσουν χωρίς σώμα
με τα όνειρά σου αγκαλιαστά
δεν ήθελα
να σε ξοδέψω, ξαφνικά/
Να σηκώσω μόνο το μη-σώμα
να πετάξουμε
απ’ το παράθυρο
αφήνοντας
τα υπόλοιπα
να φυλάνε την κάμαρη.

(Δεκ. 2011)

Ανδρονίκη Ατζέμογλου: "Διαφορετικό ''Είναι'' "

Είμαι ένα ΠΟΙΗΜΑ.
ΚΟΚΚΙΝΟ, αίμα που κυλάει στις φλέβες.
ΓΑΛΑΖΙΟ, θάλασσα που χτυπάει στα βράχια.
Μια πινελιά ΚΙΤΡΙΝΟ, φεγγάρι που χλωμιάζει
υπό το φως των αστεριών.
Όσες φορές και να με γράφεις με χρώμα, ποτέ ίδια.
Πάντοτε διαφορετική στο πέρασμα του χρόνου... 

Βασιλική Αστ. Μάνδαλου: "Απόφαση"

Οι συναστρίες των ρόδων απεφάνθησαν
ωθώντας τα τρυφερά βλαστάρια να συνηγορήσουν
με παρρησία…

Τα νεογέννητα μπουμπούκια με περηφάνια
στύλωσαν το ευγενικό τους παράστημα
κυοφορώντας ροδαλές ελπίδες κι ευωδιές…

Τα σπαθωτά φύλλα ανέλαβαν πλέον
τις προσδοκίες της ανθρωπότητας
και υποσχέθηκαν να ραμφίσουν το κακό
και ευαγγελίστηκαν το μήνυμα
πως η ασχήμια πια εξακοντίστηκε
πέρα μακριά κι αλάργα.

Μονάχα μια ρανίδα πόνου θα κρατήσουν
κρυμμένη στα αγκάθια τους
όχι για υπεροχή αλλά σαν μνημόνιο
της μέχρι χτες εκπεσούσης ανθρωπιάς.

Ολυμπία Καράγιωργα: "Χιλιάδες Πρόσωπα της Τύχης"

Το σώμα μου περνάει ανάμεσά σας
πρόσωπα
χιλιάδες πρόσωπα της τύχης
  
Στιγμές, τα μάτια σας οσφραίνονται
Τα δάχτυλα νάταν λυτά θα χύνονταν
  
(Το σώμα μου περνάει
κάτω απ’ το βάρος της μυστικής ψυχής του)
  
Το σώμα μου περνάει ανάμεσά σας
Πολύ κοντά σας
Πρόσωπα
Χιλιάδες πρόσωπα της τύχης  

Βάσω Μιχαλαρέα: "Αέρινες Φωτογραφίες"

Σε τρύπιους ασβεστόλιθους
λάξευσε ο χρόνος τις σκέψεις μας.
Κι’ έγιναν αέρινοι κρυψώνες
πέτρινοι σκληροί,
θεμέλιο σε σπίτι ερημωμένο.
Αφήνοντας φυλακισμένες τις σκέψεις
σε δοκάρια σπασμένα, σε πόρτες, σε τοίχους.
Ανεξίτηλες στη λησμονιά,
αόρατες στον πόλεμο και στην καταστροφή,
μοναδικά αντίγραφα οι αναμνήσεις.

Μάγια Μποντζώρλου: "Ονείρεμα"

Μπαλάντα της νύχτας,
της βροντής
και του σύννεφου,
μπαλάντα του πελαγίσιου αέρα,
σάλεμα φύλλων την ώρα του σούρουπου
γη, ουρανός κι αστέρια.
Σμίξαμε τη νύχτα του χαμού
πάνω στη νοτισμένη γη,
κάτω απ’ την Πούλια.
Χελιδόνια κουρνιάζουν στις μασχάλες σου.
Ο ιδρώτας σου,
δάκρια του φεγγαριού,
χαράζει το κορμί μου.
Τα μάτια σου,
μαύρες λίμνες,
ξεχύθηκαν στο σώμα μου,
το βογκητό σου
ο αχός της παλίρροιας.
Στο στόμα κρατούσες τριαντάφυλλο,
άγγιγμα από φίλντισι,
αφρό της θάλασσας κι ονείρεμα
ηδονή ανάκατη με πελαγίσια αλμύρα
γη, ουρανός κι αστέρια.
Ο γαλαξίας σκίρτησε στο σώμα μου
κοράλλι της θάλασσας
μπαλάντα της χίμαιρας
γη, ουρανός κι αστέρια.
Έρωτας ξεχύθηκε
απ’ τις ρωγμές της νύχτας.
Μας πήρε ο άνεμος την ώρα που σμίγαμε
πάνω στη νοτισμένη γη.
Μη μιλάς άλλο πια,
μόνο αφουγκράσου την παλίρροια
μπαλάντα της χίμαιρας
τραγούδι του άπιαστου
γη, ουρανός κι αστέρια.

Χρήστος Γ. Ζέρβας: "Αμφισβήτηση"

Η πλατεία ήταν γεμάτη
σαν άνοιξη ελπίδας και ζωής.
Τέσσερις στο ρολόι, μια γενιά
περασμένη, ξεχασμένη.
Η νέα ματιά της αμφισβήτησης
φαντάζει κυνήγι θησαυρού
και ο νέος κομφορμισμός
αγγίζει τα όρια της αγάπης.

Γιάννης Χ. Μπαλκουράνος: "Στην Άνοιξη Του Παραδείσου"

Στον Παράδεισο αγνάντεψα την ομορφιά της ζωής.
Της ζωής που δε χρωστά τίποτα σε κανέναν, μόνο της χρωστούν.
Σε Ηλύσια Πεδία αόρατα από ανθρώπινο μάτι η ζωή αναβλύζει
από κρυσταλλοπηγές που δεν έχουν μολυνθεί από ρυπαρές δραστηριότητες,
το καθάριο τους γάργαρο νερό δε σταματά σε φράγματα,
ρέει ανεμπόδιστα προς τη μεγάλη θάλασσα, τη θάλασσα της ευτυχίας.
Μην περιμένεις με τα καθημερινά σου μάτια να την αντικρίσεις,
σου κρύβεται, γιατί είσαι ανάξιος να την κερδίσεις.
Ποτέ σου δε θα την αντικρίσεις κι ας το νιώσεις κάποιες στιγμές ότι είναι κοντά σου
και σου χαϊδεύει τα μαλλιά η δροσερή της αύρα.
Είναι μόνο μια φευγαλέα ψευδαίσθηση.
Είναι που δεν έχεις τα κλειδιά.
Σου τα έχουν κρύψει τότε.
Τότε που δεν κατάλαβες το μεγάλο σου λάθος,
τότε που νόμισες πως ήσουν δυνατός,
ένας γίγαντας που όλα τα μπορεί. Μα έλα που δεν το ήξερες ότι ήσουν νάνος,
ένα μικρό ανθρωπάκι ανήμπορο να εξουσιάσει, ένα αδύναμο νήπιο,
ένα αδέσποτο φύλλο στον απέραντο αιθέρα που σε περιβάλλει.
Αλίμονο, κλαίω για σένα, για σένα που δεν μπόρεσες ποτέ σου να νιώσεις
την αδυναμία σου, την απραξία που έχεις κατακτήσει με την αξία σου.
Κλαίω και οδύρομαι που δεν κατάλαβες ποτέ ότι τα πουλιά πετούν με χάρη,
ενώ εσύ δε δύνασαι να πετάξεις κι ας προσπάθησες
κι ας μάτωσες να τα καταφέρεις.
Μα σε θαύμασα κιόλας, είναι αλήθεια, κάποιες στιγμές,
όταν ένιωσα μέσα από την αγωνία σου να ξεπηδά η ελπίδα.
Τότε ξαναγεννήθηκα από τις στάχτες μου και γέλασα.
Γέλασα και δάκρυσα μαζί.

Χρυσούλα Βαρβέρη-Βάρρα: "Χορηγία"

Μια μέρα θα ’θελα
να νιώθω, σαν σήμερα.
Να βλέπω τα βάσανά μου
και να ονειρεύομαι.
Να πλένω τα πιάτα μου
και να ταξιδεύω…
Να φροντίζω τον κόσμο και να χαίρομαι.
Να ξενυχτώ από αγάπη
και να κοιμάμαι,
με μάτια ανοικτά!
Έτσι σε μέτρησα ζωή.
Με μια μεζούρα κριτικής
που μ’ έκανε χαρούμενη.
Έτοιμη, ν’ ανταμώσω τη λύτρωση
και να συνομιλώ αιώνια με τ’ άστρα.
Κι όλα είναι τόσο απλά
σ’ αυτή την επαφή…
Ο δικός μου άνθρωπος
θα παραμείνει αλώβητος
όχι σαν αητός, που έλεγε ο Δέλφης,
αλλά σαν αστέρι, που επιχορηγεί
τη Γη με όνειρα και ελπίδες…

Αντώνης Φωστιέρης: "Τα Γραπτά Πετούν"

Ο αναμάρτητος πρώτος βαλέτω. Αυτός
Που δεν του πέρασε ποτέ απ' το νου
Πως τα πτερόεντα πετούν κουρνιάζουνε
Σαν τρομαγμένα πάνω στα γραπτά
Μήπως και βρούνε τρόπο κάπου να τρυπώσουνε
Να μείνουν όπως μένουν τα αιώνια όλα
Στον αιώνα.

Πτερόεντα είναι, αφελή, τι να σκεφτούν.

Όμως ετούτα εδώ, τα αιώνια,
Δεν ξέρουνε
Για πόσο μόνο θάλλει μια
αιωνιότης; Και αγάλλονται
Τ’ ονοματάκι τους χαράζοντας βαθιά
Στην πιο πολύτιμη
Άπεφθη
Λυδία των πάντων
Λήθη.

Κατερίνα Ε. Τσαλίκη: "Κρύες Ελπίδες"

Γιατί γέλασες
ψεύτικα χθες
φταίω εγώ
φταίει η ζωή
ή εσύ φταις.

Κρύο στο δρόμο
χιονιάς
άδεια στομάχια
άδειες οι τσέπες μας.
Αυτά μας κάνανε
ρίγη να νιώσουμε,
πόθοι κι ελπίδες
όλα παγώσανε.

Άδειες οι τσέπες μας
έξω χιονιάς
Οι σκέψεις πάγωσαν
με μιας.

Τάσος Ν. Καραμήτσος: "Ποιητική"

Με λέξεις γράφονται τα ποιήματα
Τρυφερές που ανασαίνουν κι ευωδιάζουν
Κι άλλες τραχιές που τρίβονται και ματώνουν
Τρέχει το άλικο αίμα που κυλάει στα γράμματά τους
Και ποτίζει τα λουλούδια και τα δέντρα
Των κήπων της αγάπης
Τα ποιήματα διαβάζονται
Σε έναν κήπο ή σε ένα κρεβάτι
Με λυμένες όλες τις αισθήσεις
Τα κορμιά έχουν γίνει καράβια
Τα χέρια κουπιά
Και το ταξίδι στις φουρτουνιασμένες θάλασσες
Της ψυχής συνεχίζεται
Όταν το καράβι φτάνει
Σε όρμους αμμουδερούς
Ίδιους από την εποχή του Ομήρου
Με τις πλαγιές γεμάτες παπαρούνες
Στη σκιά του πεύκου που στάζει το ρετσίνι του
Η άφατη ηδονή κορυφώνεται
Λευτερώνεται η κραυγή της ψυχής
Σταματάει ο χρόνος
Και νικιέται ο θάνατος.

Θεοδόσης Βολκώφ: "Στίχοι μου"

Στίχοι μου
εσείς γνωρίζετε ποιος είμαι
ποιους δρόμους διέτρεξα για να σας δέσω
και πώς – με πόσο κόπο – γίναμε ένα.

Αυτός που βλέπετε είμαι
αυτός που μες στη νύχτα ομολογείτε
πλησίον της σιωπής
στα ρείθρα του αίματος κινούμενος

αυτός εδώ και τώρα

μια φορά – και για πάντα.

Στίχοι μου
δείξτε μου πού είναι ο Πόλεμος απόψε
- πού ματώνει ο άνθρωπος
πού στενάζει -
θέλω να σύρω εκεί τον Έρωτά μου
κι ολόκληρο να του τον παραδώσω.

Άλλο δεν έχω από το στίχο και τη νύχτα.

Απ’ την Αυγή θα λείπω.