Βάσω Μιχαλαρέα

Αέρινες Φωτογραφίες

Σε τρύπιους ασβεστόλιθους
λάξευσε ο χρόνος τις σκέψεις μας.
Κι’ έγιναν αέρινοι κρυψώνες
πέτρινοι σκληροί,
θεμέλιο σε σπίτι ερημωμένο.
Αφήνοντας φυλακισμένες τις σκέψεις
σε δοκάρια σπασμένα, σε πόρτες, σε τοίχους.
Ανεξίτηλες στη λησμονιά,
αόρατες στον πόλεμο και στην καταστροφή,
μοναδικά αντίγραφα οι αναμνήσεις.

Μάγια Μποντζώρλου

Ονείρεμα

Μπαλάντα της νύχτας,
της βροντής
και του σύννεφου,
μπαλάντα του πελαγίσιου αέρα,
σάλεμα φύλλων την ώρα του σούρουπου
γη, ουρανός κι αστέρια.
Σμίξαμε τη νύχτα του χαμού
πάνω στη νοτισμένη γη,
κάτω απ’ την Πούλια.
Χελιδόνια κουρνιάζουν στις μασχάλες σου.
Ο ιδρώτας σου,
δάκρια του φεγγαριού,
χαράζει το κορμί μου.
Τα μάτια σου,
μαύρες λίμνες,
ξεχύθηκαν στο σώμα μου,
το βογκητό σου
ο αχός της παλίρροιας.
Στο στόμα κρατούσες τριαντάφυλλο,
άγγιγμα από φίλντισι,
αφρό της θάλασσας κι ονείρεμα
ηδονή ανάκατη με πελαγίσια αλμύρα
γη, ουρανός κι αστέρια.
Ο γαλαξίας σκίρτησε στο σώμα μου
κοράλλι της θάλασσας
μπαλάντα της χίμαιρας
γη, ουρανός κι αστέρια.
Έρωτας ξεχύθηκε
απ’ τις ρωγμές της νύχτας.
Μας πήρε ο άνεμος την ώρα που σμίγαμε
πάνω στη νοτισμένη γη.
Μη μιλάς άλλο πια,
μόνο αφουγκράσου την παλίρροια
μπαλάντα της χίμαιρας
τραγούδι του άπιαστου
γη, ουρανός κι αστέρια.

Χρήστος Γ. Ζέρβας

Αμφισβήτηση

Η πλατεία ήταν γεμάτη
σαν άνοιξη ελπίδας και ζωής.
Τέσσερις στο ρολόι, μια γενιά
περασμένη, ξεχασμένη.
Η νέα ματιά της αμφισβήτησης
φαντάζει κυνήγι θησαυρού
και ο νέος κομφορμισμός
αγγίζει τα όρια της αγάπης.

Γιάννης Χ. Μπαλκουράνος

Στην Άνοιξη Του Παραδείσου

Στον Παράδεισο αγνάντεψα την ομορφιά της ζωής.
Της ζωής που δε χρωστά τίποτα σε κανέναν, μόνο της χρωστούν.
Σε Ηλύσια Πεδία αόρατα από ανθρώπινο μάτι η ζωή αναβλύζει
από κρυσταλλοπηγές που δεν έχουν μολυνθεί από ρυπαρές δραστηριότητες,
το καθάριο τους γάργαρο νερό δε σταματά σε φράγματα,
ρέει ανεμπόδιστα προς τη μεγάλη θάλασσα, τη θάλασσα της ευτυχίας.
Μην περιμένεις με τα καθημερινά σου μάτια να την αντικρίσεις,
σου κρύβεται, γιατί είσαι ανάξιος να την κερδίσεις.
Ποτέ σου δε θα την αντικρίσεις κι ας το νιώσεις κάποιες στιγμές ότι είναι κοντά σου
και σου χαϊδεύει τα μαλλιά η δροσερή της αύρα.
Είναι μόνο μια φευγαλέα ψευδαίσθηση.
Είναι που δεν έχεις τα κλειδιά.
Σου τα έχουν κρύψει τότε.
Τότε που δεν κατάλαβες το μεγάλο σου λάθος,
τότε που νόμισες πως ήσουν δυνατός,
ένας γίγαντας που όλα τα μπορεί. Μα έλα που δεν το ήξερες ότι ήσουν νάνος,
ένα μικρό ανθρωπάκι ανήμπορο να εξουσιάσει, ένα αδύναμο νήπιο,
ένα αδέσποτο φύλλο στον απέραντο αιθέρα που σε περιβάλλει.
Αλίμονο, κλαίω για σένα, για σένα που δεν μπόρεσες ποτέ σου να νιώσεις
την αδυναμία σου, την απραξία που έχεις κατακτήσει με την αξία σου.
Κλαίω και οδύρομαι που δεν κατάλαβες ποτέ ότι τα πουλιά πετούν με χάρη,
ενώ εσύ δε δύνασαι να πετάξεις κι ας προσπάθησες
κι ας μάτωσες να τα καταφέρεις.
Μα σε θαύμασα κιόλας, είναι αλήθεια, κάποιες στιγμές,
όταν ένιωσα μέσα από την αγωνία σου να ξεπηδά η ελπίδα.
Τότε ξαναγεννήθηκα από τις στάχτες μου και γέλασα.
Γέλασα και δάκρυσα μαζί.

Χρυσούλα Βαρβέρη - Βάρρα

Χορηγία

Μια μέρα θα ’θελα
να νιώθω, σαν σήμερα.
Να βλέπω τα βάσανά μου
και να ονειρεύομαι.
Να πλένω τα πιάτα μου
και να ταξιδεύω…
Να φροντίζω τον κόσμο και να χαίρομαι.
Να ξενυχτώ από αγάπη
και να κοιμάμαι,
με μάτια ανοικτά!
Έτσι σε μέτρησα ζωή.
Με μια μεζούρα κριτικής
που μ’ έκανε χαρούμενη.
Έτοιμη, ν’ ανταμώσω τη λύτρωση
και να συνομιλώ αιώνια με τ’ άστρα.
Κι όλα είναι τόσο απλά
σ’ αυτή την επαφή…
Ο δικός μου άνθρωπος
θα παραμείνει αλώβητος
όχι σαν αητός, που έλεγε ο Δέλφης,
αλλά σαν αστέρι, που επιχορηγεί
τη Γη με όνειρα και ελπίδες…

Αντώνης Φωστιέρης

Τα Γραπτά Πετούν

Ο αναμάρτητος πρώτος βαλέτω. Αυτός
Που δεν του πέρασε ποτέ απ' το νου
Πως τα πτερόεντα πετούν κουρνιάζουνε
Σαν τρομαγμένα πάνω στα γραπτά
Μήπως και βρούνε τρόπο κάπου να τρυπώσουνε
Να μείνουν όπως μένουν τα αιώνια όλα
Στον αιώνα.

Πτερόεντα είναι, αφελή, τι να σκεφτούν.

Όμως ετούτα εδώ, τα αιώνια,
Δεν ξέρουνε
Για πόσο μόνο θάλλει μια
αιωνιότης; Και αγάλλονται
Τ’ ονοματάκι τους χαράζοντας βαθιά
Στην πιο πολύτιμη
Άπεφθη
Λυδία των πάντων
Λήθη.

Κατερίνα Ε. Τσαλίκη

Κρύες Ελπίδες

Γιατί γέλασες
ψεύτικα χθες
φταίω εγώ
φταίει η ζωή
ή εσύ φταις.

Κρύο στο δρόμο
χιονιάς
άδεια στομάχια
άδειες οι τσέπες μας.
Αυτά μας κάνανε
ρίγη να νιώσουμε,
πόθοι κι ελπίδες
όλα παγώσανε.

Άδειες οι τσέπες μας
έξω χιονιάς
Οι σκέψεις πάγωσαν
με μιας.

Τάσος Ν. Καραμήτσος

Ποιητική

Με λέξεις γράφονται τα ποιήματα
Τρυφερές που ανασαίνουν κι ευωδιάζουν
Κι άλλες τραχιές που τρίβονται και ματώνουν
Τρέχει το άλικο αίμα που κυλάει στα γράμματά τους
Και ποτίζει τα λουλούδια και τα δέντρα
Των κήπων της αγάπης
Τα ποιήματα διαβάζονται
Σε έναν κήπο ή σε ένα κρεβάτι
Με λυμένες όλες τις αισθήσεις
Τα κορμιά έχουν γίνει καράβια
Τα χέρια κουπιά
Και το ταξίδι στις φουρτουνιασμένες θάλασσες
Της ψυχής συνεχίζεται
Όταν το καράβι φτάνει
Σε όρμους αμμουδερούς
Ίδιους από την εποχή του Ομήρου
Με τις πλαγιές γεμάτες παπαρούνες
Στη σκιά του πεύκου που στάζει το ρετσίνι του
Η άφατη ηδονή κορυφώνεται
Λευτερώνεται η κραυγή της ψυχής
Σταματάει ο χρόνος
Και νικιέται ο θάνατος.

Θεοδόσης Βολκώφ

Στίχοι μου

Στίχοι μου
εσείς γνωρίζετε ποιος είμαι
ποιους δρόμους διέτρεξα για να σας δέσω
και πώς – με πόσο κόπο – γίναμε ένα.

Αυτός που βλέπετε είμαι
αυτός που μες στη νύχτα ομολογείτε
πλησίον της σιωπής
στα ρείθρα του αίματος κινούμενος

αυτός εδώ και τώρα

μια φορά – και για πάντα.

Στίχοι μου
δείξτε μου πού είναι ο Πόλεμος απόψε
- πού ματώνει ο άνθρωπος
πού στενάζει -
θέλω να σύρω εκεί τον Έρωτά μου
κι ολόκληρο να του τον παραδώσω.

Άλλο δεν έχω από το στίχο και τη νύχτα.

Απ’ την Αυγή θα λείπω.

Γιώργος Ανυφαντής

Taedium Vitae

Τα ίδια πράγματα, τα καθημερινά,
μέγαρα κι αυτοκίνητα και δρόμοι.
Ο ίσκιος π' αντιστέκεται ακόμη
σε παραθύρια μαύρα, βορινά

Οι σκέψεις , που τις πούλησα φτηνά
το χρήμα, ο χαρτοφύλακας, οι νόμοι.
Οι ώρες που σπατάλησα κι οι τόμοι
στα δημόσια γραφεία, τα σκοτεινά.

Κι όλα να φωνάζουν μ' ένα στόμα
καθώς η μέρα σώνεται και σβήνει:
"Τι σ' έκανε να σέρνεσαι στο χώμα;"

Και να΄ναι το μυαλό, που δεν αφήνει,
τη γλώσσα μου, κομμάτι μιας αβύσσου,
ν' αποκριθεί: "Το φως του Παραδείσου"

Βασίλης Μποϊτσης

Η Μηχανή Του Χρόνου

Μάχομαι
με τους δείκτες
των σαρκαστικών ρολογιών
της άχρωμης στασιμότητας...
Αν βγω Νικητής,
η ξεκούρδιστη χρονομηχανή
θα με διασπάσει
σε απειροελάχιστα χρονομόρια
δημιουργικότητας!
Αν όμως Νικηθώ,
θα παραμείνω
στη δελεαστική αναπηρία
μιας εσώκλειστης,
οκνηρής και άλυτης εξίσωσης,
όπου οι ρίζες της
τείνουν στις παράλληλες
συμπαντικές στιγμές
του κεκτημένου "Υπερεγώ".

Θοδωρής Βοριάς

Τώρα Που Έμαθα

Τώρα που έμαθα να κρύβω λόγια
κάτω από σωρούς ξεραμένων φύλλων,
συνήθισα το σκοτάδι
και τα βήματα των μεθυσμένων
στους ξερούς ήχους των στιγμών μου.

Τώρα που έμαθα,
αγγίζω τη νύχτα κι αυτή πονάει,
αναπνέω μα δεν ζω με τ’ οξυγόνο
των γκρίζων δρόμων,
μήτε του σπασμένου λιθαριού
που ήταν κάποτε καρδιά.

Τώρα που έμαθα,
μπορώ ν’ ανοίγω την καρδιά μου,
τη θάλασσα που τη φοβόμουν,
να μαζεύω σκουριασμένες άγκυρες
τυλιγμένες γύρω από ευσυνείδητους καπετάνιους.

Τώρα που έμαθα
το μυστικό των λευκών χαρτιών
-που δεν ειν’ άλλο
από τη μαύρη μολυβιά που ταξιδεύει-
τρέμω τους άσπρους τοίχους
που δεν έχουν πάνω τους σημάδια
κι όλο νομίζω βλέποντάς τους
πως ξεμαθαίνω πια να γράφω.

Θάνος Λουμπρούκος

Εικονική Πραγματικότητα

Μόνος στο σπίτι
περιφέρομαι από οθόνη σε οθόνη

Ένας απέραντος χορταριασμένος θάνατος
χωρίς αυλή, με κήπο άφθονο
φυτρώνουν μέσα λογής λογής ανίες

Ούτε πατημασιά δεν έμεινε
για να σταθώ
ποιος έσβησε τα ίχνη

Επιστρέφω στις οθόνες μου

Αυτές τουλάχιστον
ανοίγουν διάλογο μαζί μου

Πάνος Παπαγεωργίου

Λίμνες Της Σελήνης

Η μικρή πέτρα
που ριγά στ' άγγιγμά σου
κι η κραυγή
του σύμπαντός σου
είμαι.

Και στέκω εκεί
και θωρώ στα μάτια σου
τους ουρανούς και τους πλανήτες
και τις λίμνες της Σελήνης.
Και μένω εκεί
κι αναζητώ στην ανάσα σου
τον άλλο ορίζοντα
και τα νησιά
που δεν ανακαλύφθηκαν ακόμη.

Η μικρή φλόγα
που θεριεύει στ' άγγιγμά σου
κι η γαλήνη
του Απείρου σου
είμαι.

Λένα Λιβανού

Ακούσματα

Ποιος νανουρίζει την ελπίδα
στους ήχους του παλιού βιολιού
της προδομένης σκέψης;

Μήπως ο άνεμος
που κλέβει ατιμώρητα
τα λόγια των αγγέλων
και φτιάχνει ξόρκια
για να δέσει
την ανυπότακτη χαρά;

Μήπως το νερό
που ταξιδεύει αδιάκοπα
το τώρα και το πάντα,
στο μακρινό προορισμό
του άγνωστου πουθενά,
για να επιστρέψει κάποτε
στη νερομάνα αγάπη;

Μήπως η λυγερή φωτιά
που άθελά της θρέφει
το πεινασμένο πάθος,
ταΐζοντάς το σιγουριά
κι ακόρεστη μανία,
ώστε να παίρνει βίαια
τ’ άδικο μερτικό του;

Κανένα,
ή ίσως όλα αυτά
κι ακόμα άλλο ένα:
η συμφωνία της ζωής
μ’ αστείρευτη αρμονία
κι αξόδευτη υπομονή
να διορθώνει λάθη
στις ατελείς συνθέσεις των ανθρώπων…